Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω: Η Συμφωνία των Πρεσπών είναι αντισυνταγματική!
Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω: Η Συμφωνία των Πρεσπών είναι αντισυνταγματική!

Η συνθήκη είναι αντισυνταγματική καθώς παραβιάζει την αρχή της λαϊκής κυριαρχίας, εξηγεί στην κυριακάτικη δημοκρατία ο δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω Χρ. Παπασωτηρίου, εκ των συνηγόρων των Παμμακεδονικών Ενώσεων

Η κύρωση της Συμφωνίας των Πρεσπών και η τελευταία πράξη του δράματος, η προχθεσινή υπερψήφιση του Πρωτοκόλλου Εισδοχής στο ΝΑΤΟ της ΠΓΔΜ με τη νέα ονομασία «Βόρεια Μακεδονία, που διεξήχθησαν αμφότερες μέσα σε έντονα παρακμιακό περιβάλλον αλλά κυρίως υπό το βάρος της επίγνωσης ότι ο ελληνικός λαός στη συντριπτική του πλειονότητα ήταν κάθετα αντίθετος, συνεχίζουν να εγείρουν ζητήματα για το εάν και κατά πόσον τηρήθηκαν όλες οι γραμμές του Συντάγματος.

Αυτό διότι πρωταγωνιστικό ρόλο επιμένει να διατηρεί ο κυρίαρχος υποκειμενικός παράγοντας, συστατικός της δημοκρατίας, εν προκειμένω ο λαϊκός, καθώς οι Ελληνες πολίτες παρά τη θέλησή τους καταδικάστηκαν να βιώσουν ακόμα μία εθνική ταπείνωση και μάλιστα σε βάρος όλων των ατομικών και πολιτικών δικαιωμάτων τους.

Είχε προηγηθεί, τον περασμένο Δεκέμβριο, το Συμβούλιο της Επικρατείας, όταν απέρριψε προσφυγές (Παμμακεδονικών Ενώσεων, Συλλόγων κ.ά.) κατά της Συμφωνίας των Πρεσπών, καθώς έκρινε ότι η τελική συμφωνία όπως και οι επιστολές με τις οποίες ο τότε υπουργός Εξωτερικών Νίκος Κοτζιάς συναίνεσε στην έναρξη διαδικασίας διαπραγμάτευσης για την ένταξη της ΠΓΔΜ στην Ευρωπαϊκή Ενωση και στο ΝΑΤΟ δεν μπορούν να ελεγχθούν από το ΣτΕ, και δεν μπορούν να ελεγχθούν καθώς «συνιστούν καθεαυτές πράξεις διαχειρίσεως της πολιτικής εξουσίας στον τομέα της εξωτερικής πολιτικής και συνδέονται ευθέως με τη διαχείριση των διεθνών σχέσεων της χώρας», όπως σχετικά αναφέρεται στο σκεπτικό.

Ως εκ τούτου, «έχουν κυβερνητικό χαρακτήρα, μη υποκείμενες στον ακυρωτικό έλεγχο του ΣτΕ».
Όμως, στο ίδιο σκεπτικό του Ανώτατου Δικαστηρίου αναφέρεται και κάτι ακόμη, εξαιρετικά σημαντικό για τη συνέχεια:
Οι κυβερνητικές πράξεις (δηλαδή η Συμφωνία των Πρεσπών) μπορεί να έχουν επιπτώσεις σε συνταγματικά προστατευόμενα ατομικά δικαιώματα ή σε πολιτικά δικαιώματα ή ακόμα να έχουν δυσμενείς συνέπειες σε ιδιώτες.

Στο πλαίσιο, λοιπόν, ατομικών ενεργειών (αγωγές, προσφυγές κ.λπ.), στα δικαστήρια μπορεί να ελεγχθούν εκ νέου το βάρος και η νομιμότητα της συμφωνίας.

Σε μια περίοδο, μάλιστα, κατά την οποία ο ΣΥΡΙΖΑ ως κυβέρνηση έχει γενικώς ανεβάσει τα «δικαιώματα» πολύ ψηλά στην πολιτική ατζέντα ως προτεραιότητές του, αδιαφορώντας όμως -και ουσιαστικά εκτοπίζοντας- για το υπέρτατο ατομικό δικαίωμα, που δεν είναι άλλο από το δικαίωμα της ιστορικής – εθνικής ταυτότητας, της ιδιοπροσωπίας, δηλαδή, του ελληνικού λαού.

Ο δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω Χρήστος Παπασωτηρίου, εις εκ των συνηγόρων των Παμμακεδονικών Ενώσεων, εξηγεί στην «κυριακάτικη δημοκρατία» τα αντισυνταγματικά κενά της συμφωνίας.

«Είναι αντισυνταγματική και συνάμα αντίθετη προς τον Χάρτη τής Ευρωπαϊκής Ενωσης και επειδή υπεγράφη και ψηφίσθηκε κατά προκλητική παράβλεψη της ρητώς σε όλες τις δημοσκοπήσεις και σε παμπληθή συλλαλητήρια εκφρασθείσης βούλησης του ελληνικού λαού και κατά συνέπειαν κατά παράβασιν της αρχής της λαϊκής κυριαρχίας, η οποία, κατά το ρητό γράμμα του άρθρου 1 του Συντάγματος, συνιστά το πλέον βασικό θεμέλιο του δημοκρατικού μας πολιτεύματος.

Σημειωτέον ότι ο πρωθυπουργός έχει ήδη συνομολογήσει σε συνέντευξή του στις 28/6/2018 στο γαλλικό περιοδικό “Le Point” ότι γνώριζε πως συνάπτοντας τη Συμφωνία των Πρεσπών ενεργούσε αντίθετα προς την βούληση της πλειονοψηφίας τού ελληνικού λαού» σημειώνει o κ. Παπασωτηρίου και προσθέτει:

«Παραβίασε εξίσου και την αρχή τής ισότητας και επειδή, σύμφωνα με την παράγραφο 5 του άρθρου 7 της συμφωνίας, προνοείται ότι δεν εμποδίζονται οι πολίτες τόσο της Ελλάδος όσο και του ψευδεπιγράφου κράτους των Σκοπίων να ποιούνται εξίσου ακώλυτη χρήση των όρων “Μακεδονία” και “Μακεδόνας”».

Αντιμετώπιση
«Ομως η αρχή της ισότητας επιτάσσει την όμοια ακριβώς αντιμετώπιση προσώπων και πραγμάτων τα οποία τελούν σε ομοειδείς συνθήκες και τη διαφορετική επί προσώπων και πραγμάτων μη τελούντων σε τέτοιες (ομοειδείς) συνθήκες.

Εν ολίγοις, ενώ για εμάς τους Ελληνες -όλους τους Ελληνες, όχι μόνον τους Μακεδόνες- το δικαίωμα να χρησιμοποιούμε τους συγκεκριμένους όρους ως στοιχεία της κοινής εθνικής και ιστορικής μας ταυτότητος και συνειδήσεως έχει αποκτηθεί νομίμως εξ επόψεως διεθνούς δικαίου μέσα από το διάβα των αιώνων από της απωτάτης αρχαιότητος έως σήμερα λόγω της αδιάσπαστης συνέχειας και της συμμετοχής των Μακεδόνων στο ενιαίο ιστορικό γίγνεσθαι του ελληνικού έθνους, στην περίπτωση των κατοίκων και δη των βουλγαρικής καταγωγής Σλάβων του γειτονικού ψευδεπιγράφου κράτους η πεπλανημένη και εντελώς ψευδής εντύπωση ότι τυγχάνουν “Μακεδόνες”, ότι η χώρα των είναι η “Μακεδονία” και ότι ομιλούν τη “μακεδονική” γλώσσα είναι το αποτέλεσμα της εγκληματικής μαζικής πλύσης εγκεφάλου, την οποίαν υπέστησαν από της 30ής Απριλίου 1945 και εντεύθεν, όταν καταρχήν υπό το ολοκληρωτικό καθεστώς του Γιόζεφ Τίτο ανακηρύχθηκε το ψευδεπίγραφο κράτος ως ομόσπονδη “δημοκρατία” στο πλαίσιο της ομοσπονδίας της Γιουγκοσλαβίας».

Αντίθετη και με τον Καταστατικό Χάρτη του ΟΗΕ
Ο Χρήστος Παπασωτηρίου αναφέρει επίσης ότι η συμφωνία είναι άκυρη και για έναν πρόσθετο λόγο.
Επειδή δεν σεβάστηκε τα ανθρώπινα δικαιώματα, τα οποία ως αρχή και βάση θα πρέπει να διέπουν όλες τις διακρατικές και διεθνείς συμφωνίες ώστε να είναι έγκυρες.

«Σύμφωνα με τη Συνθήκη της Βιέννης περί το δίκαιο των διεθνών συνθηκών, κάθε διεθνής συνθήκη προσκρούουσα στις διατάξεις του Καταστατικού Χάρτη του ΟΗΕ, μεταξύ των οποίων και τα ανθρώπινα δικαιώματα, ως αρχές και σκοποί των Ηνωμένων Εθνών, τυγχάνει αυτοδικαίως άκυρη.

Κατά συνέπειαν, η Συμφωνία των Πρεσπών, όχι μόνον ως αντιβαίνουσα προς τη θέληση της πλειονοψηφίας των Ελλήνων πολιτών, αλλά πρωτίστως ως θίγουσα την εθνική και ιστορική συνείδηση και ταυτότητα ενός εκάστου προσώπου ανήκοντος στο έθνος των Ελλήνων, δεν μπορούσε νομίμως να αποτελέσει καν αντικείμενο διαπραγματεύσεως ή συζητήσεως από κανέναν, κατά μείζονα λόγο από τους λειτουργούς της πολιτικής ηγεσίας της χώρας.

Ομοίως δεν μπορούσε να αποτελέσει νομίμως αντικείμενο συζητήσεως στη Βουλή ούτε να τεθεί συνακόλουθα στην κρίση των μελών του Κοινοβουλίου κατά την εξίσου αντισυνταγματική διαδικασία κυρώσεώς της, ακριβώς επειδή, ως προειρέθη, τυγχάνει αυτοδικαίως άκυρη και αντισυνταγματική».

Post A Comment:

Έγγραφείτε στις ενημερώσεις Push Notifications