Λυκοκάνθαροι ή αλλιώς Καλλικάντζαροι…

Το κείμενο που ακολουθεί είναι μια σπάνια λαογραφική μελέτη του σπουδαίου Έλληνα και πατέρα της Λαογραφίας στη χώρα μας, Νικόλαου Πολίτη. Το δημοσίευσε στο περιοδικό “ΠΑΝΔΩΡΑ”, την 1η Ιανουαρίου του 1866, όταν ο Νικόλαος Πολίτης ήταν μόλις 14 ετών!

Το γηραιό και σαθρό πλέον δέντρο της ελληνικής πολυθεΐας, αν και μένει ξηρό και άκαρπο, δεν καταστράφηκε ολοσχερώς από τον οξύ πέλεκυ του Χριστιανισμού. Και βεβαίως, αν και παρήλθαν πολλοί αιώνες, δεν μπόρεσαν να εκριζώσουν από τη συνείδηση του λαού τις εθνικές αυτές δοξασίες.

Έτσι, ακόμη ο Χάροντας εξακολουθεί να θεωρείται ο πορθμεύς των ψυχών, οι Νηρηΐδες τα αγαθά πνεύματα των νερών, οι Μοίρες ότι καθορίζουν τον ανθρώπινο βίο και οι Σάτυροι, δηλαδή οι Λυκοκάνθαροι ή Καλλικάντζαροι, ότι μένουν στη γη από τα Χριστούγεννα μέχρι τα Θεοφάνεια, χορεύοντας και στήνοντας καρτέρι στους μύλους, για να αρπάξουν τις ωραίες κοπέλες.

Σχετικά με την παραγωγή της λέξης “Λυκοκάνθαρος”, η “Εφημερίς των Φιλομαθών” είχε δημοσιεύσει διατριβή, όπου τους ονόμαζε “Καλλικανθάρους” και έλεγε ότι η λέξη αυτή παράγεται από τον καλό κάνθαρο (σκαθάρι). Αλλά ίσως το “Καλλικάνθαρος” (κοινώς, Καλλικάντζαρος) να προέκυψε από αναγραμματισμό του Λυκοκανθάρου.

Ότι οι Λυκοκάνθαροι είναι οι Σάτυροι ή Φαύνοι των αρχαίων, δεν υπάρχει καμία αμφιβολία. Χαρακτηρίζονται από την ίδια ασέβεια. Οι Σάτυροι ήταν ασταμάτητοι χορευτές και οι Λυκοκάνθαροι, λατρεύοντας τον χορό, επιδίδονταν με μανία από το μεσονύκτιο μέχρι της εωθινής φωνής του αλέκτορα, οπότε και διαλυόταν η πολύβουη σύναξή τους.

Όλοι σχεδόν οι Σάτυροι, που αναφέρονταν από τους αρχαίους, δεν είχαν όνομα. Έτσι, και στις διηγήσεις περί Λυκοκανθάρων, κανένας τους δεν είχε το δικό του όνομα.

Όπως προαναφέρθηκε, η αποδιδόμενη μορφή τους ήταν όμοια με των Σατύρων ή του θεού Πάνα. Είχαν, λοιπόν, πόδια όνων ή τράγων, αυτιά τράγου και δέρμα δασύτριχο. Ήταν πρόσμιξη, επομένως, λύκου και σκαθαριού.

Έμοιαζαν με λύκο κυρίως στο πρόσωπο και ειδικά στη μύτη και στο σαγόνι, ενώ όλα τα υπόλοιπα χαρακτηριστικά ανήκαν στο σκαθάρι, εξαιτίας του μελανού δέρματός τους, αλλά και των νυχιών των χεριών και των ποδιών τους. Είχαν τη φυσική αγριότητα και θηριωδία των λύκων, αλλά και τη φυσική ακαθαρσία των σκαθαριών. Εξαιτίας τούτου του τελευταίου, έλαβαν και την ονομασία Λυκοκάνθαροι.

Νικόλαος Πολίτης (03/03/1852 - 12/01/1921)

Σύμφωνα με τις λαϊκές δοξασίες, έτρεμαν τον μαύρο κόκκορα. Γι’ αυτό, άλλωστε, οι ηλικιωμένοι συμβούλευαν τους νεότερους να έχουν πάντοτε μαζί τους ένα μαύρο κοκκόρι, για να μην τους πλησιάζουν οι επικίνδυνοι Λυκοκάνθαροι. Επίσης, τα ασεβή και ζημιάρικα αυτά πλάσματα φοβούνταν τους ραβδισμούς από καψαλισμένο στη φωτιά ξύλο, αλλά πιο πολύ φοβούνταν τον ιερέα ανήμερα της εορτής των Θεοφανείων.

Οι Καλλικάντζαροι, λοιπόν, όπως είναι πιο γνωστοί, κατέφταναν στη γη από τον Κάτω Κόσμο ανήμερα Χριστούγεννα. Οι πιο δεισιδαίμονες και απλοϊκοί άνθρωποι έκαναν διάφορα περίεργα πράγματα, που έμοιαζαν με μικρές τελετές, για να μην τους ενοχλήσουν τα άτακτα αυτά πλάσματα του Δωδεκαημέρου, τα οποία πια αποχωρούσαν στις 6 Ιανουαρίου, ανήμερα των Φώτων. Τότε, επέστρεφαν κάτω από τη γη, που ήταν το λημέρι τους, για να πριονίσουν την πελώρια στήλη, που στήριζε ολάκερη την πλάση.

Γι’ αυτό τον λόγο, όταν ο ιερέας τελεί τον αγιασμό εκείνη τη σεπτή ημέρα, οι Καλλικάντζαροι φεύγουν τρέχοντας να χαθούν, λέγοντας μεταξύ τους τρομαγμένοι τα εξής:

Φευγάτε να φεύγουμε Γιατί έρχεται ο Τουρλόπαπας Με την αγιαστήρα του Και με την πλαστήρα του Και θέλει να μας ραντίσει Και, πια, να μας μαγαρίσει

Όμως, το Δωδεκαήμερο που παραμένουν στον κόσμο των ανθρώπων, οι Καλλικάντζαροι κρύβονταν μαζί με τα παιδιά τους χωμένοι μέσα σε αφανή σπήλαια, τρώγοντας φίδια και σαύρες. Αλλά, λίγο πριν τα μεσάνυχτα, έβγαιναν κρυφά, για να στήσουν τους φρενήρεις χορούς τους και για να κλέψουν τις όμορφες νεαρές κοπέλες.

Η είδηση δημοσιεύθηκε στο περιοδικό “ΠΑΝΔΩΡΑ”, στις 01/01/1866…

strangepress

Post A Comment:

Έγγραφείτε στις ενημερώσεις Push Notifications