Ριζωμένη ανάμεσα σε δυο φημισμένα ελληνικά βουνά, τον Παρνασσό και τον Ελικώνα, βρισκόταν μια χλοϊσμένη κοιλάδα. Στα βόρεια της κοιλάδας αυτής περνούσε ένας παλιός δρόμος, που έφερνε στην αρχαία Τρικέλευθο, στη θέση που ο τραγικός Οιδίποδας σκότωσε τον πατέρα του, τον Λάιο.

Εκεί ακριβώς ανοιγόταν ένα φοβερό βάραθρο, μέσα στο οποίο κατρακυλούσαν αφρίζοντα όλα τα νερά από τα τριγύρω επιβλητικά βουνά. Οι ντόπιοι διηγούνταν πολλά για το βάραθρο ετούτο και ανέφεραν ονόματα ανθρώπων που έπεσαν μέσα από δική τους απροσεξία ή που τους έριξαν μέσα χέρια ληστών και δολοφόνων.

Σκύβοντας κανείς, μπορούσε να δει στο βάθος να ασπρίζουν μακάβριοι σωροί από κόκαλα ανθρώπων και ζώων, που τα τραβούσε κάτω το ορμητικό νερό. Οι ντόπιοι, μάλιστα, έλεγαν ότι κάποτε, που γίνηκε μια πλημμύρα μεγάλη στην κοιλάδα, τα νερά γέμισαν το βάραθρο ίσαμε πάνω και τότε, κάτι το περίεργο συνέβη…

Στο στόμιο του βαράθρου σχηματίστηκε ένας βαθύς νεροστρόβιλος, μια άγρια δίνη. Τα νερά, με ό,τι είχαν συμπαρασύρει στο διάβα τους, στριφογύριζαν δαιμονιωδώς και τέλος, ρουφιόντουσαν με βρόντο και ρόχθο, σαν να τα κατάπινε στόμα τέρατος της Κολάσεως.

Έπειτα, έγινε το αντίθετο. Ο νεροστρόβιλος ανέβαινε μανιασμένος από τον πάτο του βαράθρου, όπως η φωτιά της Αίτνας και ξερνούσε, όπως η Χάρυβδη, τα λείψανα που είχε χωνέψει το νερό.

Σε μια τέτοια τρομερή πλημμύρα, λοιπόν, αναδύθηκαν στην επιφάνεια και ξεχύθηκαν στην κοιλάδα πλήθος κόκαλα, μαζί με σαπισμένες σάρκες και κρανία ζώων και ανθρώπων, άσπρα σαν το χιόνι.

Και η ακατάπαυστη φαντασία των χωρικών είδε τότε πολλά τέρατα και σημεία. Σχετική είναι η εξής παράδοση:

Ένα πελώριο φίδι, ένα ακατανόμαστο ερπετό, ένας σαραντάπηχος δράκοντας, με ράχη αγκαθωτή, σκαρφάλωσε από το βάραθρο και φώλιασε στην κοιλάδα. Σύριζε ανελέητα, νύχτα και μέρα. Το πλάσμα τούτο διέσχιζε όχι μονάχα τα νερά της λίμνης που συσσωρεύθηκαν απ’ την πλημμύρα, αλλά έτρεχε κι έξω απ’ αυτή, σερνάμενο με την κοιλιά ή ορμώντας καταπάνω σε ζώα και ανθρώπους, κατασπαράζοντάς τους.

Ο δράκοντας αυτός, που θύμιζε τους δεινόσαυρους της προϊστορικής εποχής, κατέφαγε πολλούς κατοίκους από το Δίστομο και το Στείρι. Και παραλίγο να ρημάξει και να εξαφανίσει και τα δυο χωριά, γιατί, όσοι κατόρθωσαν να ξεφύγουν από το στόμα του αιμοβόρου δράκου, σκόρπισαν απ’ τα σπίτια τους και ανέβηκαν στις γύρω βουνοκορφές.

Όταν επιτέλους το βάραθρο κατάπιε όλα τα νερά και ξαναφανερώθηκε η χλοερή κοιλάδα, ο δράκοντας με την αγκαθωτή ράχη χάθηκε πια και οι κάτοικοι ξαναγύρισαν ήσυχοι στα πατρογονικά τους σπίτια.

Υπάρχει, όμως, και μια ακόμη τραγική ιστορία, που διαδραματίστηκε κατά την εποχή της Τουρκοκρατίας.

Οι κάτοικοι στο Στείρι Βοιωτίας και οι μοναχοί της ιστορικής Μονής του Οσίου Λουκά φιλονικούσαν πάντοτε για τα όρια των μοναστηριακών κτημάτων. Οι Στειριώτες, επειδή νόμιζαν ότι οι καλόγεροι τους αδίκησαν, καταπατώντας τα χωράφια τους, έστειλαν στην Κωνσταντινούπολη κάποιον ονόματι Πέτρο Κασίμη, που ήταν πρόκριτός τους, ώστε να ενεργήσει σχετικώς στην Υψηλή Πύλη για να βρουν το δίκιο τους.

Ο Πέτρος Κασίμης, λοιπόν, κίνησε για την Πόλη, κουβαλώντας χρήματα και πεσκέσια πολλά στους πασάδες και στους άλλους ισχυρούς Οθωμανούς. Πράγματι, έφτασε στην Πόλη, μοίρασε τα δώρα όπως καλύτερα μπορούσε και κατόρθωσε να βγάλει Σουλτανικό Φιρμάνι, που αναγνώριζε τα δικαιώματα των συγχωριανών του.

Όταν ο Κασίμης επέστρεψε στο Στείρι, ζήτησε από τους κατοίκους να του πληρώσουν αναλογικά τα έξοδα που έκανε για την κοινή τους υπόθεση.

Μα, οι Στειριώτες, όχι μόνο δεν ήθελαν να του καταβάλλουν τα έξοδα, αλλά και τον έβριζαν σπάταλο και πλεονέκτη και στο τέλος, τον ξυλοφόρτωσαν.

Αγανακτισμένος ο Κασίμης, πήγε στο Μοναστήρι, τα συμφώνησε με τους μοναχούς και πάρθηκε η απόφαση να ξαναπάει στην Κωνσταντινούπολη, για να ακυρώσει το προηγούμενο φιρμάνι. Οι καλόγεροι τού έδωσαν όσα χρήματα χρειάζονταν, τον φόρτωσαν με δώρα και ο πρόκριτος κατάφερε να ακυρώσει το πρώτο το φιρμάνι και να βγει δεύτερο εις βάρος των χωρικών και προς όφελος της Μονής του Οσίου Λουκά.

Όταν η υπόθεση τελεσφόρησε και έμαθε ότι χαράχτηκαν επίσημα τα νέα σύνορα στη γη, σύμφωνα με το διάταγμα του Σουλτάνου, και ότι οι καλόγεροι έγιναν πλέον κάτοχοι των διαμφισβητούμενων κτημάτων, ο Κασίμης αποφάσισε να επιστρέψει στο Στείρι. Έτσι, θα λάμβανε κι εκείνος από τους μοναχούς την αμοιβή των κόπων του, θα εκδικούνταν για τον ξυλοδαρμό του και θα γινόταν αξιοσέβαστος σε ολάκερο τον τόπο.

Μια μέρα, λοιπόν, φάνηκε να έρχεται πάλι στο χωριό ο Πέτρος Κασίμης, ο λαομίσητος, συνοδευόμενος από μερικούς Τούρκους και λίγους υπηρέτες του, βέβαιος για τον θρίαμβό του.

Μια νεαρή χωριατοπούλα σκαρφάλωσε σ’ ένα δέντρο και τον αγνάντεψε να ζυγώνει στο χωριό. Οι Στειριώτες ειδοποιήθηκαν αμέσως ότι αυτός που τους άρπαξε τόσο πονηρά το βιος, κατέφθανε καμαρωτός και κορδωμένος. Μεγάλοι και μικροί, ακόμη και γυναίκες, οπλισμένοι με ρόπαλα και αξίνες, βγήκαν να τον προϋπαντήσουν με άγριες διαθέσεις κοντά στο φοβερό βάραθρο, που το ονόμαζαν «Καταβόθρα».

Οι συνοδοί του πάσχισαν να τον σώσουν, αλλά η οργή των αδικημένων χωρικών ήταν τέτοια, που αναγκάστηκαν να τον εγκαταλείψουν μοναχό του, έρμαιο στα χέρια των οργισμένων. Αφού τον κατέβασαν από το άλογό του, τον πέταξαν μέσα στην καταβόθρα.

Πρώτη η μάνα του στάθηκε στην άκρη του γκρεμού και πέταξε τον «λίθο του αναθέματος», λέγοντας:

«Τέτοιο σάβανο σου βάνω εγώ, η ίδια σου η μάνα!»

Κι ύστερα από αυτή, όλοι οι άλλοι έριχναν βροχή τα λιθάρια, με κατάρες και αναθεματισμούς, με φωνές οργής και μίσους. Και το λιθοβόλημα συνεχίστηκε για πολύ καιρό από όλους τους διαβάτες των γύρω χωριών της επαρχίας.

«Ανάθεμά σε, προδότη Κασίμη!» έλεγαν περνώντας από το βάραθρο και ρίχνοντας σ’ αυτό το λιθάρι του αναθέματος ο καθένας.

Διηγούνταν ακόμα ότι ήταν τόσα τα λιθάρια που έπεσαν μέσα στην καταβόθρα, ώστε τον ακόλουθο χειμώνα τα νερά δεν έβρισκαν διέξοδο και καταπλημμύρισαν, όχι μόνο την παρακείμενη κοιλάδα, αλλά και τον γειτονικό κάμπο του Διστόμου. Μάλιστα, η πλημμύρα αυτή κατέστρεψε όλα τα σπαρτά και όλοι οι χωρικοί κινδύνεψαν να πεθάνουν από την πείνα. Οι παπάδες των γύρω χωριών έλεγαν ότι αυτό ήταν ένα είδος θείας τιμωρίας για τον άγριο φόνο του Πέτρου Κασίμη και για το ανάθεμα που του έριξαν.

Σιγά-σιγά η μεταμέλεια άρχισε να επιστρέφει στις ψυχές των κατοίκων της περιοχής, οι οποίοι κατά το καλοκαίρι αποφάσισαν να εξιλεωθούν για τα κρίματά τους. Δέθηκαν κάποιοι από αυτούς με σχοινιά και κατέβηκαν στην ξερή τότε καταβόθρα, για να βρουν τα οστά του δυστυχή Κασίμη και να τα θάψουν. Αλλά δε βρήκαν το παραμικρό.

Αργότερα, έγινε γνωστό ότι ανθρώπινα οστά, ανακατεμένα με σάπιες σάρκες, ξεβράστηκαν σε μια πηγή, που λεγόταν Κρύα Βρύση και κατέληξαν στον ποταμό Έρκυνα.

Σύμφωνα με τη λαϊκή παράδοση, ο Πέτρος Κασίμης έμεινε άλιωτος και έγινε βρυκόλακας. Από τότε, όταν πέφτει πολλή βροχή, τις άγριες χειμωνιάτικες νύχτες, ο «αναθεματισμένος», όπως τον αναφέρουν πια, καβάλα στ’ άλογό του, βογκά κι αναστενάζει στα σκοτεινά βάθη του βαράθρου, φωνάζοντας γοερά: «Μάνα, μάνα μου, βγάλε μου το σάβανο!»

Και το άλογο του «αναθεματισμένου» βρυκόλακα, χτυπώντας δυνατά τα πέταλά του στα κοφτερά λιθάρια, χλιμιντρίζει σαν χίλια άλογα μαζί. Και οι δαίμονες του βουνού και τα στοιχειά του λόγγου και τα δαιμόνια του βαράθρου ενώνουν τις στρίγκλικες κραξιές τους με τους θρήνους του βρυκόλακα. Κι όλη η κοιλάδα γύρω ανατριχιάζει και οι χωρικοί στριμώχνονται στη φωτιά, πιο πλάι ο ένας στον άλλον…

Η είδηση δημοσιεύθηκε στο περιοδικό «ΜΠΟΥΚΕΤΟ», στις 20/06/1929

strangepress

Follow Share:

Post A Comment: 0

Blog

Disqus

O ιστότοπος χρησιμοποιεί cookie,για να διασφαλίσουμε ότι έχετε την καλύτερη δυνατή εμπειρία,με τη χρήση αυτού του ιστότοπου αποδέχεστε τη χρήση των cookie.Περισσότερα

_ Εγγραφείτε στις ενημερώσεις Notifications