Γράφει η Βασιλική Κοτλίτσα

Ήταν δυνατή, φαινόταν, φώναζε από μακριά. Φορούσε πάντα το πιο λαμπερό της χαμόγελο και προχωρούσε με το κεφάλι ψηλά, σα να ήταν έτοιμη να υποδεχτεί καθετί που θα ερχόταν. Φερόταν ντόμπρα και σταράτα, αντρίκια, περισσότερο από ό,τι της φέρθηκε κάποιος ως τώρα.

Έκανε το πόνο της γέλιο και συνέχιζε το δρόμο της από εκεί που τον είχε αφήσει. Ήταν δυνατή και άτρωτη ακόμα και σε στιγμές, που όλα μέσα της πολεμούσαν για μια ευκαιρία ακόμη. Γεννήθηκε ευάλωτη, αλλά μέσα από την ευπάθεια της δυνάμωνε ξανά. Σε κάθε βήμα της, όμως, άφηνε πίσω της και κάτι, για να μπορεί να αντέξει, να πάει παρακάτω.

Περνούσε πολλά, αλλά κανένα σημάδι πάνω της δε το μαρτυρούσε.

Έφτανε στην άκρη του γκρεμού και έβρισκε ξανά τη δύναμη να σηκώσει το ανάστημά της. Μάζευε βέβαια πολλούς στο δρόμο της.

Σκεφτικούς, άτολμους και εγωιστές, κριτές της ίδιας της ζωής.

Κατατρεγμένους παλιάτσους, που καραδοκούσαν για μια θέση δίπλα της και ύστερα την τραβούσαν μαζί τους στο πάτο.

Μα εκείνη τους προλάβαινε. Τους έκλεινε το δρόμο, μια ανάσα πριν κόψουν τη διαχωριστική, κόκκινη γραμμή.

Κάποιους δε τους πρόφταινε. Την πλησίαζαν αργά και κρυφοφύλαγαν για μια λάθος κίνησή της, που θα κατέστρεφε τα πάντα. Και τότε θα ήταν πια αργά. Θα βυθιζόταν μαζί τους σε άγρια νερά, κολυμπώντας στα βαθιά με το φόβο του θανάτου.

Μάταια. Καμία κίνηση δε μπορούσε να τη φτάσει στο τέρμα. Έβγαινε και πάλι αλώβητη, ούτε καν βρεγμένη, ξανά πίσω στον άτρωτο εαυτό της, τον ντυμένο με πανοπλία.

Ξανά στην αρχή.

Ήταν αληθινή, ατόφια, μάχιμη και μοχθούσε γι’ αυτό που αγαπούσε πιο πολύ απ’ όλους όσους είχε γνωρίσει στη ζωή της. Τίποτα δε της χαρίστηκε απλόχερα, αλλά δε λυπόταν. Δε δείλιαζε σε οποιαδήποτε απόφαση και αν έπαιρνε, απλά συνέχιζε να προχωρά σα να έχει χίλιες ζωές να ζήσει.

Follow Share:

Post A Comment: 0

Blog

Disqus

O ιστότοπος χρησιμοποιεί cookie,για να διασφαλίσουμε ότι έχετε την καλύτερη δυνατή εμπειρία,με τη χρήση αυτού του ιστότοπου αποδέχεστε τη χρήση των cookie.Περισσότερα

_ Εγγραφείτε στις ενημερώσεις Notifications