4 Σεπ 2013

Η συντριπτική πλειονότητα του κόσμου, ακόμα και αυτών που κρατούν δι­π­λώ­μα­τα, Βρίσκεται σε ένα τέλ­μα αγνοίας, μη πα­ρα­γω­γικής σκέψεως, ελ­λείψεως κρί­σεως, αν­τιφιλοσοφίας, απροθυμίας για μάθηση, θρησκοληπτικής πίστε­ως, υποκρι­σί­ας, βο­­λέματος,

Συνεχίζομε με τον αγνωστικισμό. Ο αγνωστικιστής συζητάει και εξετάζει, κα­­θώς νομίζει ή φαντάζεται με λογικό και νοηματικό τρόπο, όλα τα ερωτήματα περί θεού, αλ­­­λά όπως ο ίδιος παραδέχεται δεν είναι σε θέση να γνω­ρίζει τις απαντή­σεις τους. Ως γνω­στόν, ο όρος «αγνωστικισμός» παράγεται από το στερητικό «α» και «γνώσις».

Τον όρο επινόησε πρώτος ο Sir Thomas Huxley το έτος 1869, για να χτυπήσει τον «Γνωστι­κι­σμό», που έτυχε τότε να τον μελετά και να αηδιάσει με τις ανοησίες του. Μετά όμως η λέ­­ξη διεφθά­ρη από επιτηδείους και έτσι σήμερα χρησι­μο­ποι­είται στα θέματα που ανα­πτύσσομε εδώ. Όπως εύκολα καταλαβαί­νομε, οι συζη­τήσεις αυ­τού του τύπου με αγνω­στικιστές είναι πο­λύ βραχείες. Π.χ. όταν τον ρωτάς αν υπάρχει Θεός, σου απαντάει αμέσως «δεν γνωρίζω». Όταν όμως τον ρω­τήσεις αν υπάρχει π.χ. «Ψεός­», τότε δικαίω τω λόγω σε αντε­ρω­τά αμέ­σως πριν καν σκεφτεί «τί είναι πά­λι αυτός;». Γιατί δεν έκανε το ίδιο και στην προη­γού­με­νη ερώτηση; Διότι νομίζει ότι η έννοια «θεός» για την οποία τον ρωτάς είναι καλά γνω­στή σ’ αυτόν όπως και σε όλους. Έχει συν­ηθίσει από μικρός να την ακούει ανε­νόχλητα απ’ όλους και έτσι την παίρνει σαν δεδομένη. Βλέπομε εδώ τον ρό­λο της ψυ­χολογίας και της πλύ­σεως εγκεφάλου. Πάντως εκ των πραγμάτων,

ο αγνω­στικι­στής δεν μπο­ρεί να ανή­κει σε καμιά θρησκεία και είναι άπιστος. Οι αντιρρήσεις μας εναν­­­τίον των αγνωστι­κιστών είναι οι εξής:
1) Μπορούμε να δημιουρ­γούμε συνε­χώς ερω­τήματα άνευ απαν­τήσε­ων. Οπότε τί κερδίζομε; 2) Έχουν την ψευδαί­σθηση ότι είναι θε­μιτό το να εξε­τά­ζουν και να συζητάνε, με λογική όπως φαν­τάζονται, ψευδοέν­νοιες, όπως αυτή του θε­ού, τις οποίες επί πλέον θεω­ρούν και ως έννοιες με νόημα και περιε­χό­μενο, ενώ πα­ρα­δέ­χον­ται πως δεν έχουν καμιά εμπειρική γνώση γι’ αυτές και ούτε μπο­ρούν να απαν­­τήσουν κάτι γι’ αυτές. 3) Δεν βλέπουν όμως ότι, εκτός του ότι δεν γνωρίζουν τις απαν­τή­σεις, όσο και να ψάχνουν απαντήσεις δεν πρόκειται να βρούνε, όπως ακριβώς δεν βλέ­πουν ότι οι έν­νοιες τις οποίες συζητούν και εξε­τά­ζουν είναι ψευδο­έννοιες. Εί­ναι και αυτό ένας πα­ρα­πάνω λόγος που καθι­στά τα ερωτή­ματά τους ψευδο­ερω­τήμα­τα.

Τέλος ερχόμαστε στον αθεϊσμό. Ένας κοινώς παραδεκτός ορισμός του αθεϊ­σ­μού είναι η παραδοχή του ότι δεν υπάρχει καμία πειστική, επιστημονική ή εκ των πραγμάτων βάσιμη ένδειξη για την ύπαρξη θεού, θεών ή υπερφυσικών οντοτή­των. Στον εικοστό αιώνα όμως, με τις μνημειώδεις εργασίες αρχικά του Bertrand Russell και ύστερα αλλά πολύ πιο σημαντικά του Ludwig Wittgenstein στην Αναλυ­τική Φι­λοσοφία και τη Γλωσ­σανάλυση, ο ορισμός του αθεϊσμού έλαβε τη μορφή στάσης που λαμβάνει ο λογικός άν­θρωπος έναντι των εννοιών και της αναλύσεως αυτών. Η έν­νοια του «θεού» και όλες οι έννοιες που παράγονται από αυτήν είναι ψευδοέννοιες και ως εκ τούτου κάθε συζήτηση περί αυτών είναι στερημένη νοήματος και δεν οδη­γεί σε κανένα συμπέρασμα. Άρα έχομε να κάνομε με ανόητη συζήτηση. Οι έννοιες που ήλθαν σαν κομήτες εκτός των λογι­κών μας συστημάτων είναι ακριβώς οι ψευδο­έννοιες και δεν νοείται να καταπιανόμαστε με αυτές χρησιμοποιώντας τα λογικά μας συστήματα, εφ’ όσον δεν τις εγκλείουν, και από πάνω να ελπίζομε ότι θα συνάγομε και συμπεράσματα.

Π.χ. είναι αδύνατον να διαλύσεις, για να καταλάβεις πως λειτουρ­γεί, μια σύγχρονη μηχανή εις τα εξ ών συνετέ­θει, χωρίς βεβαίως να την καταστρέ­ψεις, με τα εργαλεία της παλαιολιθικής εποχής. Ο συγ­γραφέας αυτού του δοκιμίου ασπάζεται αυτό τον νέο ορισμό του αθεϊσμού, ως την ανωτέρω στάση που προσφέρει η Γλωσσανάλυση, και ισχυρίζεται ότι αυτή η προσέγγιση προς τον αθεϊσμό είναι η μόνη άτρωτη. Ο προηγούμενος ορισμός, που αποδέχονται πολ­λοί οι οποίοι δεν γνωρί­ζουν τις προόδους της αναλυτικής φιλοσοφίας, έχει το πρόβλημα ότι εκ των προ­τέ­ρων θεωρεί την έννοια του «θεού» κλπ, έστω και με υπονοούμενο τρό­πο, ως θεμιτή και πλήρη σημασίας, αλλά επειδή δεν έχομε επιστημονική ή εμπειρική ένδειξη περί αυτής, γι’ αυτό και μεις δεν την λαμβάνομε υπ’ όψη. Δηλαδή αφήνει να εννοηθεί πως στο μέλλον δεν αποκλείεται να αποκτήσομε τέτοια ένδειξη και τότε τα ξα­νασυ­ζη­τάμε. Είναι δηλαδή ένας ορισμός που θυμίζει και μπρερδεύεται με τον αγνωστι­κι­σ­μό. Ο Wittgenstein όμως έκανε το μνημειώδες βήμα εμπρός με το να αποδείξει, εν­τός των πλαι­σίων και των λογικών συστημάτων της γλώσσας, ότι οι έν­νοιες που ανα­φέ­ραμε είναι ψευδοέννοιες και συνεπώς είναι ανόητον να τις συζη­τάμε, καθώς και ότι είναι χί­μαιρα το να ελπίζομε ότι θα βγάλομε συμπεράσματα περί αυτών είτε τώρα είτε στο μέλλον. Γι’ αυτό και η αναζήτηση επιστημονικής ή εμ­πειρικής ένδειξης είναι καταδι­κα­σμένη εκ προ­οι­μίου και τώρα και στο μέλλον. Δεν υπάρχει ελπίδα όταν ελ­πί­ζεις σε ψευδο­έννοιες.

Εν πάση περιπτώσει, ο αθεϊσμός είναι το έσχατο στάδιο του (θρησκευ­τι­κού) σκεπτικι­σμού το ο­ποί­­ο αποτελεί την εκ θεμελίων άρνηση του θεϊσμού και κατά συν­έπειαν και του αγνω­στι­κισμού και κάθε θρησκευτικής πίστης. Η λέξη συντί­θεται από το στερητικό ή αρνη­τι­κό «α» και «θεϊσμός». Είναι δηλαδή ο «μη θεϊ­σμός» ή η απε­λευ­θέ­ρωση από κάθε θεϊσμό. Το ρήμα «πιστεύω» (δια του θρη­σκευ­τικού τρόπου) δεν βρίσκει θέση στον αθεϊσμό. Ο αθε­­ϊστής ούτε πιστεύει ούτε δεν πι­στεύ­ει. Θέλει να γνωρί­ζει. Για τα θεμιτά ερωτήματα των οποίων τις απαντήσεις δεν γνωρίζει στα­μα­­τά με το «δεν ξέρω». Δεν λέει: «Aφού δεν ξέ­ρω, τότε πιστεύω ή μου αρέσει να πι­στεύω ότι …». Το ρήμα «πι­στεύω» κατά την επι­στη­μονική πίστη αντι­κα­θίστα­ται ακρι­βέ­σ­τε­ρον από το «νομί­ζω», «θεωρώ πιο πιθανόν» κλπ. και έχει έναν, αν όχι πλή­ρη του­λάχι­στο ικα­νό, αριθμό αιτιο­λο­­γιών. Για τον αθεϊστή η έν­νοια του θεού (όπως και πολ­λές άλλες συναφείς έννοιες) εί­ναι έννοια πλαστή ή ψευδοέν­νοια και όλα τα σχετικά ερω­τή­ματα είναι ψευδο­ερω­τήματα. Κάθε συζή­τηση γύρω απ’ αυτά είναι μά­ταια, άνευ εν­νοίας και περιεχομέ­νου και δεν μπο­ρεί να γίνει βάσει κανόνων λογικής ή εμπειρίας. Επομένως η συζήτηση αυτή είναι άνευ νο­ήματος, δηλαδή ανόητη. Αυτό συμβαί­νει για τους εξής λό­γους: 1) Δεν γνω­ρίζομε κα­θό­­λου τί είναι αυτό για το οποίο μιλάμε, ούτε σαν έννοια που έχει ορισθεί, ούτε σαν αρ­χι­κή έννοια αφού δεν υπάρχει καμιά συ­νυ­φα­σμένη εμπειρία. Οπότε τότε, τί να πούμε;... Μιλάμε χωρίς βά­ση, δηλαδή στο κενό. 2) Οποια­­­­δή­ποτε απάν­τηση και να υποθέσομε ή να φαντα­σ­τού­με πως δώ­­σαμε σε κά­ποιο από τα συναφή ερωτήματα, δεν υπάρχει κανέ­νας τρόπος και κανένα κριτή­ριο για να δια­πι­στώσομε την αλή­θεια ή το ψεύδος της απαν­τή­σεώς μας. Αν για κα­νέ­­ναν υπάρχει τέ­τοι­ος τρόπος ή κριτήριο, τότε να τα ανακοι­νώσει δι­ε­θ­νώς για να τα μά­θουν και οι υπό­λοι­­ποι…! Μιλά­με δη­λαδή «στον βρόν­το». Η λύση σε ό­λα αυτά τα ερωτή­μα­τα είναι απλού­­στα­τα η κατάργησή τους. Τί να πεις γι’ αυτά έστω και με σχε­τική βεβαι­ό­τη­τα...; Μό­­νον αυτό που λέει ο Σοφοκλής στον Οιδί­πο­δα (αν και σε δια­­φορετικό θέμα και για δια­­φο­ρε­­τι­κόν λόγο, πλην όμως και εδώ ταιριάζει τέλεια):

«Αλλά ταύτ’ ότω παρ’ ουδέν έστι ράστα τόν βίον φέρει»!
(Αλλά αυ­τά σε όποιον δεν έχουν καμιά ση­μασία, αυτός περνά ευκολότατα τη ζωή.)!

Πολλές φορές, διάφοροι που πιστεύουν σε θεό με το ένα ή τον άλλο τρόπο προ­καλούν τους αθέους να τους αποδείξουν ότι δεν υπάρχει θεός. Δεν καταλαβαίνουν ή εθε­λο­τυ­φλούν στο να δουν ότι, εφόσον αυτοί ευθύς εξαρχής εισάγουν την έννοια θεός και την πι­στεύ­­ουν ακράδαντα, τότε η αγγαρεία της απόδειξης του ότι «υπάρχει θεός» εναπό­κει­ται σ’ αυ­τούς και όχι στους αθεϊστές να αποδείξουν το αντίθετο. Είναι επιεικώς γε­λοίο, όταν κά­­ποιος εφευρίσκει διάφορες άγνωστες έννοιες ή λέξεις και μετά να έχει την αξίωση οι άλλοι να του αποδεικνύουν ότι υπάρχουν ή δεν υπάρ­χουν...!

Έχομε ακούσει και άλλα ψευτοεπιχειρήματα κατά των αθεϊστών. Εδώ ας ανα­φέ­ρομε δύο που ακούμε πολύ συχνά. 1) Ακούμε από πολλούς να προβάλλουν ως αναντίρ­ρητη αλήθεια τον ισχυρισμό: «Άθε­οι δεν υπάρχουν, πάει και τελείωσε!». Απαντάμε λοι­πόν: «Ρωτήσατε όλους τους αν­θρώπους του πλανήτη και δεν βρήκατε ούτε έ­ναν άθεο ανά­με­σά τους ή η έν­νοια «άθεος» είναι λογική αδυνατότητα;». Και στις δύο εκδοχές δεν μπορούν να απαν­τήσουν ειλικρινώς. Όταν πάλι τους πούμε: «Mα εμείς π.χ., είμαστε άθε­οι!», αυτοί ισχυρί­ζονται επιτακτικά: «Όχι δεν είστε!». Γνωρίζουν ετσιθελικά δηλαδή τους εαυτούς μας καλλίτερα από εμάς τους ιδίους!… Για να τους βοηθήσομε να σκε­φτούν τους παρέχομε και ένα απλό παρά­δει­γμα λο­γικής αδυ­νατότη­τας. «Ο κόκορας γεννάει αυγά!». Αυτό είναι λογική αδυνατό­τητα, δι­ό­τι αλλιώς, εξ ορι­σμού, ο κόκορας θα ήταν κότα. Κάτι τέτοιο όμως δεν συμβαίνει με την έν­νοια «άθεος». 2) Ακούμε το εξής παράξενο: «Η ρήση ‘δεν πιστεύω σε καμιά θρησκεία’ είναι αφ’ εαυτής θρη­σκεία!». «Κατ’ αυτόν τον τρόπο και οι άθε­οι σε θρη­σ­κεία πιστεύουν!». Δεν υπάρχει πιο παράδοξο και αντιφατικό ψευτοεπι­χεί­ρημα. Αν θε­ωρηθεί θρησκεία αυτό που καταργεί τις θρη­σκεί­ες τότε καταργείται η λογική δι­α­κ­ρι­ση ανάμεσα στο «καταστρέφω» και στο «είμαι ακέ­ραι­ος». Ακόμα η ρήση «δεν πι­σ­τεύω σε καμιά θρησκεία» δεν αποτελεί θρη­­σκεία βά­σει του εξής απλού λογικού συλ­λογισμού. Αν υποθέσομε προ­σω­ρινώς ότι είναι θρη­σκεία (δική μας όπως μας προ­σ­ά­πτουν) όπως όλες οι θρη­σκείες που δεν πιστεύ­ου­με, τότε θα οδηγη­θού­με σε αν­τί­φα­ση ως εξής. Χάριν ευκολίας ας ονο­μά­σομε αυτήν τη ρήση Θ. Εφ’ όσον η Θ είναι θρησκεία μας, βά­σει της προσωρινής υπόθεσης, έχομε ότι η Θ είναι θρη­σκεία που δεν ανήκει στο σύνολο των θρησκειών τις οποίες απορ­ρίψαμε, αφού με την αρ­χική μας ρή­ση δηλώσαμε καθαρά ότι δεν τις πι­στεύ­ου­με. Πρόκειται λοιπόν για μια έν­νοια θρη­σκεί­ας που ανήκει σε διαφο­ρε­τικό εννοιολογικό σύνο­λο (ή επίπεδο), αφού αυ­τήν τη δε­χόμαστε ενώ τις άλ­λες τις έχομε ήδη απορρίψει. Επομένως πρό­κειται για εντε­λώς άλ­λη έν­νοια και συνεπώς έχομε το απλού­στατο συμπέρασμα: Θ  θρησκεία. Αυτό αντι­φά­σκει με την προσωρινή μας υπόθεση. Άρα η προσωρινή μας υπόθεση δεν ισχύει που ση­μαίνει ακρι­βώς ότι η αρχική μας ρήση (Θ) δεν αποτελεί θρησκεία.

Πολλοί συγχέουν τον αθεϊσμό με την πίστη πολλών ότι δεν υπάρχει θεός. Αυ­τό εί­ναι μεγάλο λάθος. Αυτή η πίστη αποτελεί τον αντιθεϊσμό. Οι οπα­δοί της μπο­ρούν κάλ­λιστα να ονομαστούν αντιθεϊστές. Αυτοί κάνουν το σφάλμα ότι η έννοια θεός είναι ορθή και ξεκαθαρισμένη και είναι σίγουροι πως δεν υπάρχει όπως «δεν υπάρχει τυρί στο ψυ­γείο...» ή «όπως δεν υπάρχουν μαύρες αρκού­δες στον νότιο πό­λο». Έπειτα, μεταπί­πτουν σε θρη­σκευτική πί­στη, αφού αυ­τή η πίστη τους δεν δέχεται καμιά κριτική ή λογική εξέ­ταση, είναι αυθαί­ρε­τη και δεν υπάρχουν κριτήρια επαλη­θευ­σιμό­τητας ή απόρρι­ψής της και αφού βασίζεται σε ψευδοέννοια. Έτσι προ­σπα­θούν να χτυπούν μια θρησκευ­τική πί­στη με το να χρησι­μο­ποιούν μια άλλη. Στον αθε­ϊ­σμό το κρίσιμο σημείο είναι η ανα­γνώ­ρι­­ση των σχετικών ψευδοεννοιών και ψευ­δοε­ρωτημάτων, ώστε απλούστατα να τις / τα απορρίψομε και αγνοήσομε για τους λό­γους που αναφέραμε παραπάνω.
Οι διάφοροι θρήσκοι που συγχέουν τον αντι­θεϊσμό με τον αθεϊσμό, είτε από άγνοια, είτε επίτηδες, επιτίθενται κατά του κακού τους δαίμονα του αθεϊ­σμού, διατει­νό­μενοι ότι και ο αθεϊ­σμός βα­σίζεται σε πίστη και μάλιστα θρη­σκευ­τική σαν την δική τους. Αυτό εί­ναι μέγα σφάλμα διότι όπως είδαμε και αναπτύξαμε, ο αθεϊ­σμός είναι η εκ θεμελίων άρ­νη­ση κάθε θρησκευ­τι­κής πί­στεως, του θεϊ­σμού που με την σειρά του βα­σίζεται σε κά­ποια θρη­σκευτική πίστη και του αγνωστι­κι­σμού που θεωρεί λογική και θεμιτή την εξέ­τα­ση και τη συζή­τηση ψευ­δοεννοιών και ψευ­δο­ε­ρωτημάτων. Όπως προηγουμένως είπα­με το ρή­μα «πιστεύω» δεν έχει θέση στον αθεϊσμό. Τα διάφορα διαστρεβλωτικά επιχειρή­ματα των θρήσκων, δυ­στυχώς και θεϊστών μερι­κές φορές, έχουν και άλ­λες αιτιολογήσεις. Επει­δή οι ίδιοι είναι πιστοί, πρέπει όλοι, ουδε­νός εξαι­ρου­μέ­νου, να είναι ωσάν και αυ­τοί, πιστοί. Εί­­­ναι ένα σύμ­πλε­γ­μα κατωτερό­τητας που τους ωθεί να κάνουν πραξικοπηματικά ομοίους τους όλους τους άλλους, λόγω της ελλεί­ψεως του θάρρους της γνώμης τους, της διχο­γνω­μίας τους, του ασαφούς, επι­σ­φα­λούς, αν­τιφα­τικό­τη­τας κλπ. της πίστεώς τους, αλλά ακό­μα και λόγω της αδυναμίας τους να ξε­καθαρίσουν τις έννοιες, λόγω της απόρ­ρι­ψης της ψυχολογίας και του επι­σ­τη­μο­νικού διαλογίζεσθαι εκ μέρους τους, καθώς και της αδυ­να­μίας τους να αντισ­τρα­τευτούν ορι­σμένα κατεστημένα και την πλύση εγκεφά­λου που έχουν υποστεί από μω­ρά παιδιά. Έτσι όλα αυτά τους βγαί­νουν σαν ένα inferiority complex που απαιτεί όλοι να είναι σαν κι’ αυτούς...
Η συντριπτική πλειονότητα του κόσμου, ακόμα και αυτών που κρα­τούν δι­π­λώ­μα­τα, δεν έχει ξεκαθαρίσει αυτά τα θέματα και ούτε την απα­σχο­λεί το ξεκα­θά­ρι­σ­μά τους. Βρίσκεται σε ένα τέλ­μα αγνοίας, συγχύσεως, μη πα­ρα­γω­γικής σκέψεως, ελ­λείψεως κρί­σεως, αν­τιφιλοσοφίας, απροθυμίας για μάθηση, θρησκοληπτικής πίστε­ως, υποκρι­σί­ας, βο­­λέματος, πολλών αντιφα­τικών θεωριών και ηθι­κών κλπ. Αυτή η «ηθι­κή» πλειονότητα ως επί το πλεί­στον, αναλώ­νε­ται, εκτός από την εξα­σφάλιση του επι­ούσι­ου, με αλλό­τρια άνευ ουσίας πράγματα. Δυστυχώς αυτόν τον συρμό ζωής, τον προωθεί και τον συν­τη­­ρεί το σημερινό, υπάρχον, καταπιεστικό, αποτυχημένο, παγκό­σμιο, κοινωνικό, πολιτικό και οικονομικό σύστημα. Σή­­­­­με­ρα με την μέθοδο της γλωσ­σανάλυσης, όπως την ανέπτυξε και μας την παρέ­δω­σε ο μέ­γας διανοητής φιλόσοφος Ludwig Wittgenstein, μπορούμε να πετύ­χομε την διαλεύ­καν­­­ση των εννοι­ών και να αποφεύγομε τις παγίδες που στή­νει συνεχώς η γλώσσα. Αρ­κεί μό­νο να το επιθυ­μούμε. Δυστυ­χώς όμως οι διάδοχοι του Wittgenstein, εκτός ολίγων εξαι­­­­ρέσεων (π. χ. ο φιλόσοφος Κωστής Μ. Κωβαίος) αντί να συγ­κεντρω­θούν στο να θέ­σουν σε εφαρ­μο­γή αυτή τη μέθοδο για την κα­λυ­τέ­ρευση της κοινωνίας και την πνευμα­τι­κή ανά­ταση των ατόμων, αναλώνονται ακό­μα και σήμερα στο να αναμα­σούν αυτά που είπε ο μεγά­λος διανοητής. Όσοι όμως έχουν την έφεση να σκέ­πτονται για να απο­φασί­ζουν σο­βαρά περί της στάσεώς των εφ’ όλων αυ­τών των σοβα­ρο­τάτων ζητημά­των, της ζω­ής της ίδιας, της κοσμοθεωρίας των, και θε­ω­ρούν καθή­κον τους την κα­­λυτέρευση της κοι­­νωνίας και την πρόοδο του πο­λιτι­σμού, οφείλουν να σκέ­πτονται και να διατυπώ­νουν ξε­­­­κά­θαρα. Οι έννοιες πρέ­πει να είναι απο­σα­φηνισμένες, και οι όροι και οι κανό­νες καθα­ρά και λογικά δια­­τυ­πω­μέ­νοι. Πρέ­πει επί τέ­λους να ξέρομε για τί πράγμα μι­λάμε και με ποιους κανόνες συζητάμε... (Δεν μπορείς να παίζεις σκάκι με έναν που παίζει τάβλι. Ού­τε παίζεις πο­δό­σφαιρο σε κολυμβητήριο.). Επί δε του πα­ρόντος θέ­μα­τος, που αναπτύ­ξα­με εδώ και πολύ συχνά βγαίνει στο προσκή­νιο, ας δια­λέξουν με επί­γνω­ση και ευθύνη με­τα­­­ξύ των ομάδων που παρουσιάσαμε και εξετάσαμε: Θρήσ­κων–θρησκο­λή­πτων, θρη­σκευ­­ο­μέ­­νων, θεϊσ­τών, αγνω­στικι­στών, αντι­θε­ϊστών και τέ­λος αθεϊστών. Με την ευ­χή: «Επί γής ειρήνη εν ανθρώποις ευδοκία.»

Εάν σας άρεσε μην ξεχνάτε να κάνετε μια κοινοποίηση!


Greece

0σχόλια:

Η συντριπτική πλειονότητα του κόσμου, ακόμα και αυτών που κρατούν δι­π­λώ­μα­τα, Βρίσκεται σε ένα τέλ­μα αγνοίας, μη πα­ρα­γω­γικής σκέψεως, ελ­λείψεως κρί­σεως, αν­τιφιλοσοφίας, απροθυμίας για μάθηση, θρησκοληπτικής πίστε­ως, υποκρι­σί­ας, βο­­λέματος,
Ενθαρρύνονται τα σχόλια. πατήστε στο (Δημοσίευση σχολίου) και ανοίγει παράθυρο .
+ footer Back to top
LIKE ΓΙΑ ΝΑ ΒΛΕΠΕΙΣ ΑΠΟ ΤΟ FACEBOOK TA POST........
ΣΤΗΝ ΝΕΑ ΣΕΛΙΔΑ ΜΑΣ 2 - ΠΡΟΣΟΧΗ ΜΟΝΟ ΤΗΝ ΠΡΩΤΗ ΦΟΡΑ ΑΝΟΙΓΕΙ ΑΥΤΟ!(η συμμετοχή σας απαραίτητη για την συνέχεια.......)
Η ΣΕΛΙΔΑ ΑΥΤΗ ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΚΑΜΙΑ ΣΧΕΣΗ ΜΕ ΣΥΝΗΘΙΣΜΕΝΕΣ!

.Οσοι θέλουν πάνε στο facebook,(στο μενού πάνω) αν εχουν πατήσει like στην σελίδα μας.Και πατουν να εμφανίζονται πρώτα Δείτε νέες δημοσιεύσεις από αυτή την σελίδα, γιατι μας κάνουν παράπονα οτι δεν βλέπουν τα post (κλείστε με close).
notification

Έγγραφείτε στις ενημερώσεις Push Notifications